Εισαγωγή

"... Ήταν 7 το πρωί 11 Σεπτεμβρίου 1796 όταν ξεκίνησα από την Κορυτσά για το Βεράτι... Έφθασα στις 8:45 στη Μοσχόπολη το όνομα της οποίας δίδεται σήμερα σε δύο μικρά ταλαίπωρα χωριουδάκια που χωρίζονται μεταξύ τους από ένα ρυάκι και κείμενα στις πλαγιές του Τομάρου... Είναι τα θλιβερά απομεινάρια, λείψανα μιας παλιάς και ωραίας άλλοτε εδώ βλαχόφωνης πολιτείας η οποία από αιώνες, όπως φαίνεται, ευδαιμονούσα κατείχε, πριν ακόμη την τουρκική κατάκτηση, την περικείμενη περιοχή... . Αναμφισβήτητα, κατοικήθηκε αιώνες πριν, από Βλαχόφωνους, όπως δείχνει και η τοποθεσία, δενδρώδης, προσήλια, υδατόρρυτη, ιδανικό περιβάλλον για κατασκήνωση νομαδικών ποιμνιοστασίων...  

Έξωθεν όμως παρεμβάσεις, και εκβιασμοί των πέριξ αλαξοπιστούντων οδήγησαν τους τέως εκεί ευδαίμονες να πράξουν ότι και στα άλλα χωριά. Εγκατέλειψαν τα πάντα και αλλόφρονες διευθυνόμενοι προς το άγνωστο, μετακινήθηκαν εκεί όπου δεν υπήρχε επέμβασις και εκβιασμός προς αλλαξοπιστίαν..." (W. Leake, Travels in Northon Greece London 1835). Αυτά σημείωνε στο ημερολόγιο του πριν 200 ακριβώς χρόνια ο μεγάλος Άγγλος περιηγητής της νεώτερης Ελλάδας W. Leake, για την πόλη που αποτέλεσε το πολιτισμικό προπύργιο του ελληνισμού με γενικότερη ακτινοβολία σ όλη την υπόδουλη βαλκανική της Τουρκοκρατίας. Αυτή ήταν η πόλη που ονομάσθηκε από τους ιστορικούς "Αθήνα της Τουρκοκρατίας" λόγω του πλούτου, της παιδείας, του εμπορίου, των γραμμάτων και των τεχνών.  


Η Μοσχόπολη στα τέλη Αυγούστου του 1888
όπως την είδε ο  G. Weigand (G. Weigand, Clobus, 1897, Νο LXI)

Η Μοσχόπολις (1330-1767) ήταν χτισμένη σε ένα καταπράσινο οροπέδιο σε υψόμετρο 1200 μέτρων στις ανατολικές πλαγιές του Οπάρεως όρους. Περιτριγυρισμένη από τον ορεινό όγκο του Τομάρου και της Οστροβιτσας αποτελεί κλασσική επιλογή χώρου για εγκατάσταση βλάχων. Υψόμετρο πάνω από 1200 μέτρα, ανατολική πρόσοψη για αποφυγή των βοριάδων, πολλά νερά και λιβάδια για τα κοπάδια. Ίδια ακριβώς αρχιτεκτονική όπως συναντάμε σε όλα τα μεγάλα βλαχόφωνα κέντρα της βαλκανικής όπως οι μεγάλοι ξένοι περιηγητές περιγράφουν. Γράμμοστα, Νικολίτσα, Λινοτόπι, Ντένισκο, Αβδελα, Περιβόλι, Σαμαρίνα, Σμίξη, Κρανιά, Φούρκα, Καλαρύτες, Συρράκο, Πισοδέρι, Νέβεσκα, Κλεισούρα, Σέλι, Λιβάδια, Μέτσοβο, Βλαχολείβαδο, Κοκινοπλός, Κρούσεβο, Μεγάροβο, Μιλόβιστα, Γκόπεσι κι σε όλα τα βλαχοχώρια της Ανατολικής Μακεδονίας.

Η πόλη ήταν διαιρεμένη σε 6 μεγάλες συνοικιες.

Στη συνοικία Σάρτζα εκεί όπου ήταν κι η Μητρόπολη, η Κοίμηση της Θεοτόκου, και ο ναός της Αγίας Παρασκευής. Στη συνοικία Ρούε εκεί που βρισκόταν και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

Στη συνοικία Σκαμνελίκι όπου έμεναν βλάχοι από το Σκαμνέλι, της Ηπείρου. Στην ίδια συνοικία βρισκόταν και ο ναός του Αγίου Αθανασίου.

Η συνοικία του Μετσοβίκι κατοικείτο από Μετσοβίτες Βλάχους, και η οποία ήταν επέκταση της Σάρτζας. Στη συνοικία αυτή υπήρχαν οι εκκλησίες των Αγίων Μεγαλομαρτύρων Δημητρίου και Γεωργίου.

Επέκταση της συνοικίας του Σκαμνελικίου θεωρείτο και η συνοικία του Προφήτη Ηλία στην οποία είχε προσαρτηθεί και η νεοπαγής συνοικία της Ποστενανίκας, η οποία ποτέ δεν πρόφθασε να οργανωθεί.

Η συνοικία του Ήλιου ήταν εκεί όπου βρισκόταν και η εκκλησία των Ταξιαρχών.  


Η Σίπισχα γειτονική προς τη Μοσχόπολη Βλαχόφωνη πόλη με 30. 000 κατοίκους τo 1760 (από χαλκογραφία της εποχής)

Η πόλις βρίσκεται 24 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Κορυτσάς. Σύμφωνα με μαρτυρία του κώδικα της Μονής του Τιμίου Προδρόμου η Μοσχόπολη χτίστηκε γύρω στα 1330. Ονομαζόταν και Βοσκόπολη επειδή οι πρώτοι κάτοικοι της ήταν κτηνοτρόφοι.

Στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας η Μοσχόπολη υπάγεται διοικητικά στο Βιλαέτι των Βιτολίων (Μοναστηρίου). Στα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνα η Μοσχόπολη κατέστη το σημαντικότερο βιοτεχνικό, εμπορικό και πνευματικό κέντρο των κεντροδυτικών επαρχιών της Βαλκανικής. Το 1760 όταν η πόλη βρισκόταν στο απόγειο της δόξας και του μεγαλείου της, είχε δώδεκα συνοικίες, η κάθε μία με το δικό της όνομα, δώδεκα χιλιάδες σπίτια και 65. 000 κατοίκους. Τεράστια πλούτη συσσωρεύτηκαν στην πόλη και η ευμάρεια του πληθυσμού της έγινε γνωστή σε ολόκληρη τη Βαλκανική και Ευρώπη. Οι λόγοι ανάπτυξης της οφειλόταν κυρίως στον υψηλό βαθμό αυτοδιοίκησης, στις φορολογικές απαλλαγές, και στα ειδικά προνόμια, όπως απαγόρευση εισόδου τούρκων στην πόλη, που κατά καιρούς απέσπασαν οι κάτοικοι της από την Οθωμανική Πύλη. Η πόλη ανέπτυξε ένα από τα πιο δημοκρατικά και φιλελεύθερα κοινοτικά συστήματα. Η διαχείριση των κοινών γινόταν από τη Δημογεροντεία. Δώδεκα κοινοτικοί άρχοντες εκλεγόταν από όλο το λαό για ένα χρόνο, με βάση ειδικό κανονισμό που εγκρίθηκε από το κοινό της πόλης στα 1713 και αποτελείτο από 22 άρθρα. Ταυτόχρονα, σημαντικό ρόλο διεδραμάτιζαν οι συντεχνίες των εμπόρων και των βιοτεχνών, που με την πολιτική και κοινωνική τους δραστηριότητα διατηρούσαν τις απαραίτητες ισορροπίες ανάμεσα στους προύχοντες και το λαό.